ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (2)
Ένα ποιηματάκι! Πές μου, πώς μπορεί
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τί θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δυό ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχήν ακέρια εντός του θα ' χει.
(Μαρί Βον Έμπνερ-Έσενμπαχ)
Μ΄ ΑΡΕΣΕΙ...
Μ' αρέσει να περπατώ στις όχθες του ποταμού
Το δειλινό ή μόλις σκάσει η αυγούλα.
Να πηγαίνω στα δάση και να περπατώ
Και να νιώθω βαθιά μου το ηλιόφως να με λούζει.
Όταν κοιτώ τα χωράφια νιώθω ανακούφιση,
Η καρδιά μου αλαφραίνει η πολυβασανισμένη.
Χωρίς φίλους, χωρίς χρήμα, χωρίς σπίτι,
Με τα δέντρα συντροφιά μου να προχωρώ
Κι όλα τότε τα ξεχνώ...
(Μπράιαν Μέρρυμαν)
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ, ΑΝΤΑΜΩΣΗ
Κρατώ ανοιχτά τα μάτια.
Δέ σε βλέπω,
είσαι μέσα στην καταχνιά.
Καταχνιά:
με το βλέμμα μου δεν τη φωτίζω,
το χέρι μου δεν την παραμερίζει,
η δύναμή μου δεν τη σκοτώνει.
Η ματιά μου- τότε για ποιό σκοπό;
Και η θέλησή μου- μάταιη.
Κλείνω τα μάτια.
Δε σε βλέπω, μα σε νιώθω,
τώρα σε κρατώ. Δική μου.
Συ είσαι κ' εγώ σιμά σου.
Κι όμως, είσαι μέσα στην καταχνιά.
(Πέντρο Σαλίνας)
ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ
Καβάλλα στ' άλογο του θανάτου
Καλπάζει ο Έρωτας πάνω στη γή,
Κι 'αλυσωμένη μες στα δεσμά του
Σέρνεται πίσω του η καρδιά η φτωχή.
Όμως στο τέλος πια δε βαστάει
Τέτοιον αφέντη ν' ακολουθά
Και τα δεσμά της με λύσσα σπάει
Και μες στο πρόσωπο του τα πετά.
Με καταφρόνια και οργή του κράζει
-Εγώ δε σ' έχω πια για θεό.
Σκλάβο μου τώρα θέ να σε κάνω:
Κατέβα απ' τ' άλογο, ν' ανέβω εγώ!
-Σε κάνει αφέντη μου, η σκέψη η τρελή μου,
Και σκλάβο η σκέψη μου η δυνατή,
Όλα στα χέρια μου τα γκέμια θέλω
Γιατί είσαι ανάξιος να τάχεις εσυ.
Δικό μου τ' άλογο του θανάτου!
Λέει και στο μαύρο ανεβαίνει ευθύς.
Και τον κεντάει με τα σπιρούνια
Ο καβαλλάρης ο νικητής.
Το άπειρο αγέρωχος χαιρετάει
Και φεύγει μ' άγριο καλπασμό.
Κάτω απ' το μαύρο του η γής βροντάει
Σαν κοιμητήρι ερημικό.
(Τσιόσουε Καρντούτσι)
ΘΑΝΑΤΟΣ
Τί είσαι θάνατε; Τρέμει αν σε γρικήσει
κάθε ψυχή που κρίμα τη βαραίνει.
Τους τυράννους η ορμή σου θα χτυπήσει,
άγρυπνη εκδίκηση ουρανοσταλμένη.
Μα ο δύστυχος, που τον έχει λυγίσει
το βάρος της ζωής, με απελπισμένη
καρδιά έχει το δρεπάνι σου ποθήσει
και στο τέλος του πρόσχαρος πηγαίνει.
Ο αντρειωμένος στον πόλεμο σε κράζει
ριψοκίνδυνος, κι ο σοφός σε νιώθει
και σε προσμένει δίχως να χλωμιάζει.
-Τί είσαι, θάνατε; -Σκιά σκοτεινιασμένη,
καλό, κακό, που άλλη μορφή λαβαίνει
καθώς αλλάζουν και του ανθρώπου οι πόθοι.
(Βιτσέντζο Μόντι)
ΑΓΟΝΗ ΩΡΑ
Είμαι τόσο μοναχός...
Σχεδόν φτωχός.
Τρέχουνε τα δάκρυά μου,
κόμποι χαμού.
Μπρός μου έν' άστρο τρεμοπαίζει
κερωμένο στο τραπέζι.
Πλάθω ένα δειλό τραγούδι
απαλό, λεπτό σα χνούδι.
Μ' έχουνε μ' αυτό γελάσει
κ' είμαι ολόμονος στην πλάση.
(Τοτ Άρπαντ)
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Δυό μοναχά ιδανικά
Εγώ έχω:
Ελευθερία και Έρωτα.
Για σένα, Έρωτα,
Δίνω και τη ζωή μου
Για σένα Λευτεριά,
κι αυτόν τον έρωτα.
(Σάντορ Άλεξ. Πετάιφι)
ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...
Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλορροεί στο χέρι σου και πάει.
Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα φύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνς,
της μάνας-γης, και ανοίγονται στο γέλιο των αιώνων.
Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.
(Καρυωτάκης)
Λοιπόν, σήμερα πήγαμε Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ουγγαρία και πάλι πίσω στην Ελλάδα προς απόλαυσιν του υπέρτατου-κατ' εμέ- Καρυωτάκη.
Ελπίζω να μην σας κούρασα... :)
τόσον η καρδιά μας ναν το λαχταρεί;
Σ' ένα τραγούδι μέσα τί θα λάχει;
Τίποτε. Δυο λέξεις μόνο ρυθμικές,
μόνο δυό ριμούλες ταιριαστές, γλυκές,
και μια ψυχήν ακέρια εντός του θα ' χει.
(Μαρί Βον Έμπνερ-Έσενμπαχ)
Μ΄ ΑΡΕΣΕΙ...
Μ' αρέσει να περπατώ στις όχθες του ποταμού
Το δειλινό ή μόλις σκάσει η αυγούλα.
Να πηγαίνω στα δάση και να περπατώ
Και να νιώθω βαθιά μου το ηλιόφως να με λούζει.
Όταν κοιτώ τα χωράφια νιώθω ανακούφιση,
Η καρδιά μου αλαφραίνει η πολυβασανισμένη.
Χωρίς φίλους, χωρίς χρήμα, χωρίς σπίτι,
Με τα δέντρα συντροφιά μου να προχωρώ
Κι όλα τότε τα ξεχνώ...
(Μπράιαν Μέρρυμαν)
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ, ΑΝΤΑΜΩΣΗ
Κρατώ ανοιχτά τα μάτια.
Δέ σε βλέπω,
είσαι μέσα στην καταχνιά.
Καταχνιά:
με το βλέμμα μου δεν τη φωτίζω,
το χέρι μου δεν την παραμερίζει,
η δύναμή μου δεν τη σκοτώνει.
Η ματιά μου- τότε για ποιό σκοπό;
Και η θέλησή μου- μάταιη.
Κλείνω τα μάτια.
Δε σε βλέπω, μα σε νιώθω,
τώρα σε κρατώ. Δική μου.
Συ είσαι κ' εγώ σιμά σου.
Κι όμως, είσαι μέσα στην καταχνιά.
(Πέντρο Σαλίνας)
ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ
Καβάλλα στ' άλογο του θανάτου
Καλπάζει ο Έρωτας πάνω στη γή,
Κι 'αλυσωμένη μες στα δεσμά του
Σέρνεται πίσω του η καρδιά η φτωχή.
Όμως στο τέλος πια δε βαστάει
Τέτοιον αφέντη ν' ακολουθά
Και τα δεσμά της με λύσσα σπάει
Και μες στο πρόσωπο του τα πετά.
Με καταφρόνια και οργή του κράζει
-Εγώ δε σ' έχω πια για θεό.
Σκλάβο μου τώρα θέ να σε κάνω:
Κατέβα απ' τ' άλογο, ν' ανέβω εγώ!
-Σε κάνει αφέντη μου, η σκέψη η τρελή μου,
Και σκλάβο η σκέψη μου η δυνατή,
Όλα στα χέρια μου τα γκέμια θέλω
Γιατί είσαι ανάξιος να τάχεις εσυ.
Δικό μου τ' άλογο του θανάτου!
Λέει και στο μαύρο ανεβαίνει ευθύς.
Και τον κεντάει με τα σπιρούνια
Ο καβαλλάρης ο νικητής.
Το άπειρο αγέρωχος χαιρετάει
Και φεύγει μ' άγριο καλπασμό.
Κάτω απ' το μαύρο του η γής βροντάει
Σαν κοιμητήρι ερημικό.
(Τσιόσουε Καρντούτσι)
ΘΑΝΑΤΟΣ
Τί είσαι θάνατε; Τρέμει αν σε γρικήσει
κάθε ψυχή που κρίμα τη βαραίνει.
Τους τυράννους η ορμή σου θα χτυπήσει,
άγρυπνη εκδίκηση ουρανοσταλμένη.
Μα ο δύστυχος, που τον έχει λυγίσει
το βάρος της ζωής, με απελπισμένη
καρδιά έχει το δρεπάνι σου ποθήσει
και στο τέλος του πρόσχαρος πηγαίνει.
Ο αντρειωμένος στον πόλεμο σε κράζει
ριψοκίνδυνος, κι ο σοφός σε νιώθει
και σε προσμένει δίχως να χλωμιάζει.
-Τί είσαι, θάνατε; -Σκιά σκοτεινιασμένη,
καλό, κακό, που άλλη μορφή λαβαίνει
καθώς αλλάζουν και του ανθρώπου οι πόθοι.
(Βιτσέντζο Μόντι)
ΑΓΟΝΗ ΩΡΑ
Είμαι τόσο μοναχός...
Σχεδόν φτωχός.
Τρέχουνε τα δάκρυά μου,
κόμποι χαμού.
Μπρός μου έν' άστρο τρεμοπαίζει
κερωμένο στο τραπέζι.
Πλάθω ένα δειλό τραγούδι
απαλό, λεπτό σα χνούδι.
Μ' έχουνε μ' αυτό γελάσει
κ' είμαι ολόμονος στην πλάση.
(Τοτ Άρπαντ)
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Δυό μοναχά ιδανικά
Εγώ έχω:
Ελευθερία και Έρωτα.
Για σένα, Έρωτα,
Δίνω και τη ζωή μου
Για σένα Λευτεριά,
κι αυτόν τον έρωτα.
(Σάντορ Άλεξ. Πετάιφι)
ΦΥΓΕ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ...
Φύγε κι άσε με μοναχό, που βλέπω να πληθαίνει
απάνω η νύχτα, και βαθιά να γίνονται τα χάη.
Ούτε του πόνου η θύμηση σε λίγο πια δε μένει,
κι είμαι άνθος που φυλλορροεί στο χέρι σου και πάει.
Φύγε καθώς τα χρόνια κείνα φύγανε, που μόνον
μια λέξη σου ήταν, στη ζωή, για μένα σαν παιάνας.
Τώρα τα χείλη μου διψούν το φίλημα της μάνς,
της μάνας-γης, και ανοίγονται στο γέλιο των αιώνων.
Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!
Ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός
νερά, που με πηγαίνουν, όπως είμαι ναυαγός,
εκεί, στο απόλυτο Μηδέν, στην Απεραντοσύνη.
(Καρυωτάκης)
Λοιπόν, σήμερα πήγαμε Γερμανία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ουγγαρία και πάλι πίσω στην Ελλάδα προς απόλαυσιν του υπέρτατου-κατ' εμέ- Καρυωτάκη.
Ελπίζω να μην σας κούρασα... :)



<< Home